Πάρνηθα, άλλοτε και τώρα.
Είχα πολύ καιρό ν' ανέβω στην Πάρνηθα. Δέν ήθελα να δώ τη σημερινή κατάσταση του "μαγικού" βουνού που είχα αγαπήσει. Ήξερα πως θα πικραινόμουν. Και το απέφευγα.
Greg61
Greg61
Η Πραγματική Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας
Η Πραγματική Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας
Γρηγόρης Νάκος
Γρηγόρης Νάκος
Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη
Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη
Είχα ζήσει όμορφες στιγμές εκεί πάνω. Πήγαινα συχνά. Τα καλοκαίρια, ανέβαινα και δυό φορές τη βδομάδα. Ήταν το καταφύγιό μου. Το "Κυκλάμινο" ήταν το στέκι μου, η Σαββατοκυριακάτικη ξεκούρασή μου. Το νοτιοανατολικό δωμάτιο του 2ου ήταν το "εξοχικό" μου...
Η θέα απο το μπαλκόνι, έβλεπε απέναντι τις κορυφές του Αέρα και της Κυράς. Το καταπράσινο ενδιάμεσο τοπίο που έβλεπα, απολαμβάνοντας τον καφέ μου, θα μείνει αξέχαστο.
Όποτε ήμουν εκεί πάνου, ο κόσμος γινόταν διαφορετικός. Την καθημερινότητά μου την ξέχναγα, την εγκατέλειπα πίσω μου, μόλις περνούσα το πάρκιγκ του τελεφερίκ. Περνώντας το υψόμετρο των 800 μέτρων, νόμιζες οτι περνάς ξαφνικά μιά φανταστική πύλη. Έμπαινες απ' το ζεστό στο δροσερό, στο κρύο. Η δροσιά που επικρατούσε πάντα έδινε το σύνθημα και, το μυαλό άδειαζε πλέον τη μνήμη του, προκειμένου να πλημμυρίσει με εικόνες κατάφυτου περιβάλλοντος, όπως αυτές:
Στήν πηγή της Αγίας Τριάδας, απέναντι απ' το ξενοδοχείο, κατέβαιναν τα ελάφια για να ξεδιψάσουν. Ένα απ' αυτά, κάποτε, με το φωτογραφικό φακό μας πετύχαμε κι εδώ:
Στον Άγιο Πέτρο είχα περάσει ώρες ατέλειωτες, καθισμένος στα παγκάκια του Δασαρχείου, μέσα στον προαύλιο χώρο ή απέναντι, δίπλα στην πηγή. Η αίσθηση του ακούσματος του μουγκανητού τών ελαφιών, που κατέβαιναν στις πηγές της Μόλας και του Μεσιανού Νερού, είναι ανεπανάληπτη...
Η πάρνηθα κάηκε. Η αρχική φωτιά ξεκίνησε απ' τα Δερβενοχώρια κι έκαιγε, την 29 και 30/06/07, το καταφύγιό μου, έναν τόπο που, όποτε τον επισκεπτόμουν, ένοιωθα πως είμαι στα μέρη μου, στην ιδιαίτερη πατρίδα μου...
Με το φίλο μου το Νίκο, βρεθήκαμε νά' μαστε προχθές τη Δευτέρα 11/04/08 κάπου στο Μενίδι για δουλειά. Τελειώσαμε νωρίς, η Πάρνηθα μας φώναζε... Μέσα μου, φαντάσματα αλλοτινών εικόνων μου κάνανε παράπονα...
"Ξεχαστήκαμε..."
"Ούτε και τώρα; Δίπλα είσαι... Έλα! Έλα να με δείς..."
Νόμιζα για μιά στιγμή πως η φωνή ήταν πραγματική. Τα συναισθήματα δυνατά, έντονα. Το βλέμμα βρέθηκε να διερευνά, μιά την Κυρά, μιά τον Αέρα και μιά την Καραβόλα και το Όρνιο στο βάθος με τον πύργο του ΟΤΕ...
Ξεκινήσαμε για πάνω. Η άλλοτε γνώριμη αίσθηση της ανάτασης της ψηχής, είχε παραχωρήσει τη θέση της σ' ένα απερίγραπτο "κλείσιμο" όσο πλησιάζαμε... Το γνώριμο όριο της σημαντικής διαφοράς θερμοκρασίας, απ' τα 800 μέτρα και πάνω δέν μας επισκέφθηκε αυτή τη φορά...
Η καρδιά σφίχτηκε. Ο κόμπος που ανέβηκε στο λαιμό και δέν έλεγε να φύγει, γινόταν ολοένα κι εντονώτερος. Φθάνοντας στην Αγία Τριάδα, ένα δάκρυ ανάβλυσε στα μάτια. Βιάστηκα να το σκουπίσω βγάζοντας το κράνος...

Το συγκρότημα που έμενα. Η μπαλκονόπορτα του δωματίου "μου" χάσκει ορθάνοιχτη...
Τίποτε δέν θυμίζει το γνώριμο τοπίο...
Ανάμεσα στα καμμένα, μόνο η περιοχή δίπλα στο Μπάφι έμεινε, για να θυμίζει πώς ήταν το βουνό κάποτε...
Δέν ξέρω πλέον άν θέλω να ξανανέβω στο βουνό "μου"... Ίσως τα συναισθήματα της λύπης και της θλίψης, που νοιώθει ο άνθρωπος σε τέτοιες στιγμές, να επιτελούν κι ένα ακόμα σκοπό: Αυτόν της Φυγής, της Αποτροπής της σκέψης για κάθε νέα μας Επίσκεψη. Ίσως το βουνό να θέλει να το αφήσουμε στην ησυχία του, προκειμένου να γιάνει τις πληγές του, να ξαναγεννηθεί η ζωή...