Από τη Wikipedia
Η Συμφωνία της Βάρκιζας υπογράφηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1945 από την κυβέρνηση Πλαστήρα και αντιπροσώπους του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), μετά την ανακωχή των Δεκεμβριανών στις 11 Ιανουαρίου 1945 ανάμεσα στις βρετανικές και κυβερνητικές δυνάμεις και τον ΕΛΑΣ, βάσει της οποίας οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ υποχρεώθηκαν να εκκενώσουν την Αττική και τη Θεσσαλονίκη.
Γενικά
Την αντιπροσωπεία του ΕΑΜ αποτελούσαν ο επικεφαλής Γεώργιος Σιάντος (γ.γ. ΚΚΕ), οι Ηλίας Τσιριμώκος (γ.γ. ΕΛΔ), Δημήτρης Παρτσαλίδης (γ. Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ) και ο στρατηγός Στέφανος Σαράφης (στρατιωτικός σύμβουλος), ενώ η κυβερνητική αντιπροσωπεία απαρτιζόταν από τον επικεφαλής Ιωάννη Σοφιανόπουλο (υπουργός Εξωτερικών), τους Περικλή Ράλλη (υπουργός Εσωτερικών), Ιωάννη Μακρόπουλο (υπουργός Γεωργίας) και τον συνταγματάρχη Παυσανία Κατσώτα (στρατιωτικός σύμβουλος, με υπασπιστή τον Ηλία Κ. Μανούκα).
Οι συνομιλίες άρχισαν στις 11 το βράδυ της 2ας Φεβρουαρίου 1945 στην έπαυλη του βιομήχανου Πέτρου Κανελλόπουλου στα Βλάχικα της Βάρης (Λαθουρίζα Βάρης), 2 χλμ. βόρεια από την παραλία της Βάρκιζας. Στην πρώτη συνεδρίαση πήραν μέρος από την κυβερνητική πλευρά οι Σοφιανόπουλος, Μακρόπουλος και Ράλλης με παρατηρητή τον διευθυντή του πολιτικού γραφείου του αντιβασιλέα, Γεωργάκη, και εμπειρογνώμονες τον αντισυνταγματάρχη Παυλόπουλο και τον ταγματάρχη Παπαθανασίου. Το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ εκπροσώπησαν αντίστοιχα οι Τσιριμώκος, Σιάντος και Παρτσαλίδης, με εμπειρογνώμονα τον Σαράφη και δύο αξιωματικούς του ΕΛΑΣ. Μετά τις αρχικές τυπικές προσφωνήσεις, προέκυψε διαφωνία μεταξύ των δύο μερών για το κρίσιμο ζήτημα της αμνηστίας και η σύσκεψη διακόπηκε προσωρινά, για να ξαναρχίσει στις 6 Φεβρουαρίου. Το ΕΑΜ απέσυρε την αρχική του αξίωση να συμμετάσχει στην κυβέρνηση, ενώ συζητήθηκαν τα θέματα των δοσιλόγων, της συγκρότησης εθνικού στρατού και σωμάτων ασφαλείας, των ομήρων, της διενέργειας εκλογών και δημοψηφίσματος (το οποίο λόγω συνθηκών θα μετατίθετο χρονικά τουλάχιστον για ένα εξάμηνο), και του αφοπλισμού του ΕΛΑΣ. Στις 8 Φεβρουαρίου ανακοινώθηκε ότι ένα σχέδιο αφοπλισμού του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ είχε ήδη καταρτισθεί από τους εμπειρογνώμονες της κυβερνητικής πλευράς, ενώ από τις αστικές εφημερίδες εκφράζονταν επιφυλάξεις για την «υποχωρητική στάση προς το ΕΑΜ που προκαλεί δυσφορίαν». Ο ΕΛΑΣ ζήτησε την άρση του στρατιωτικού νόμου αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας, αλλά η κυβέρνηση αρνήθηκε, επιθυμώντας να τον τερματίσει μετά τον πλήρη αφοπλισμό των αριστερών ανταρτών.
Περιεχόμενο της συμφωνίας
Η Συμφωνία συμπεριλάμβανε εννέα άρθρα σχετικά με:
- Τη δημιουργία δημοκρατικής πολιτείας με πλήρεις πολιτικές ελευθερίες.
- Την άρση του στρατιωτικού νόμου.
- Την αμνηστία των πολιτικών αδικημάτων (αλλά με εξαίρεση των κοινών αδικημάτων) που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 3 Δεκεμβρίου 1944.
- Την πλήρη απελευθέρωση των συλληφθέντων από τον ΕΛΑΣ.
- Τη δημιουργία νέου Εθνικού Στρατού.
- Την αποστράτευση του ΕΛΑΣ και τον πλήρη αφοπλισμό του.
- Την εκκαθάριση των δημοσίων υπηρεσιών.
- Την αντίστοιχη εκκαθάριση των σωμάτων ασφαλείας. Και
- Τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για το πολιτειακό ζήτημα και εκλογών με συμμετοχή διεθνών παρατηρητών.
Τα μετέπειτα
Στις 28 Φεβρουαρίου ολοκληρώθηκε ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, ο οποίος παρέδωσε 100 πυροβόλα διαφόρων τύπων, 81 ομαδικούς και 138 ατομικούς όλμους, 419 πυροβόλα, 1412 οπλοπολυβόλα, 713 αυτόματα τουφέκια, 48.953 τουφέκια και πιστόλια, 57 αντιαρματικά τουφέκια και 17 συσκευές ασυρμάτου.
Μερικές μονάδες του ΕΛΑΣ, όπως και ο ηγέτης του Άρης Βελουχιώτης αρνήθηκαν να δεχτούν τη Συμφωνία και κατέφυγαν και πάλι στα βουνά, παρότι ο τελευταίος είχε υπογράψει την αποστράτευση του ΕΛΑΣ. Το ΚΚΕ τους αποκήρυξε αμέσως, αν και το 2011, μόλις 66 χρόνια αργότερα παραδέχθηκε ότι η απόφαση του Βελουχιώτη ήταν σωστή και τον αποκατέστησε πολιτικά.
Οι παραβιάσεις οδήγησαν σε νέα πολιτική πόλωση και στα δραματικά γεγονότα του Εμφυλίου 1946-1949.
Ωστόσο, η Συμφωνία της Βάρκιζας περιείχε ουσιαστικές αδυναμίες και νομικά κενά, τα οποία σε συνδυασμό με την έλλειψη συνεννόησης ανάμεσα στις δύο πλευρές τελικά οδήγησαν στην ουσιαστική ακύρωσή της. Υπήρχε, χαρακτηριστικά, η πιο κάτω σημαντική παράλειψη: Ενώ με τη συμφωνία της Βάρκιζας παραχωρούνταν αμνηστία στους αντάρτες του ΕΛΑΣ, δε λαμβανόταν πρόνοια για τα ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν στην περίοδο των Δεκεμβριανών. Αυτή η παράλειψη είχε μοιραίες επιπτώσεις στις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας, ξέσπασε η λεγόμενη Λευκή τρομοκρατία και κύμα αντεκδικήσεων όχι μόνο εναντίον των κομμουνιστών αλλά και πολιτών που είχαν ενταχθεί ή συμπαθούσαν το ΕΑΜ. Λόγω της Συμφωνίας το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας παρέμεινε τυπικά νόμιμο κατά τη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου έως τις 27 Δεκεμβρίου 1947, όταν με τον Α.Ν. 509/1947 (Ιδιώνυμο) τέθηκε εκτός νόμου. Νωρίτερα, το καλοκαίρι του 1946, με το Γ΄ Ψήφισμα, είχε αρχίσει η δίωξη από το επίσημο κράτος των αριστερών και φιλοαριστερών πολιτών με έκτακτα στρατοδικεία και εκτελέσεις.